Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
measureless
01
αμέτρητος, απέραντος
so vast or extensive that it cannot be measured or quantified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beauty of the sunset seemed measureless, leaving everyone speechless.
Η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος φαινόταν αμέτρητη, αφήνοντας όλους άφωνους.
Λεξικό Δέντρο
measureless
measure



























