Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meaninglessness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The meaninglessness of the task left her uninterested.
Η ανοησία της εργασίας την άφησε αδιάφορη.
02
ανοησία, κενό
a message that seems to convey no meaning
Λεξικό Δέντρο
meaninglessness
meaningless
meaning
mean



























