Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assignee
01
εκχωρούμενος, ανατεθειμένος
(law) a person or entity to whom property, rights, or obligations are transferred or delegated by another party through a legal assignment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assignees
Παραδείγματα
The assignee of the copyright was responsible for managing and enforcing the rights to the author's work.
Ο δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση και την επιβολή των δικαιωμάτων του έργου του συγγραφέα.



























