Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assignee
01
εκχωρούμενος, ανατεθειμένος
(law) a person or entity to whom property, rights, or obligations are transferred or delegated by another party through a legal assignment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assignees
Παραδείγματα
The assignee of the patent worked diligently to develop and market the innovative product, aiming to capitalize on its commercial potential.
Ο εκχωρητής της πατέντας εργάστηκε επιμελώς για την ανάπτυξη και την εμπορική εκμετάλλευση του καινοτόμου προϊόντος, με στόχο να αξιοποιήσει το εμπορικό του δυναμικό.



























