Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assiduous
01
επίμονος, προσεκτικός
working very hard and with careful attention to detail so that everything is done as well as possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most assiduous
συγκριτικός βαθμός
more assiduous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her assiduous efforts ensured the project was completed on time.
Οι επίμονες προσπάθειές της εξασφάλισαν την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
assiduously
assiduousness
assiduous
assidu



























