Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matter
01
θέμα, υπόθεση
a situation or subject that needs to be dealt with or considered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matters
Παραδείγματα
Climate change is a pressing matter that requires immediate attention from global leaders.
Η κλιματική αλλαγή είναι ένα θέμα που απαιτεί άμεση προσοχή από τους παγκόσμιους ηγέτες.
02
ύλη, ουσία
a physical substance that occupies space and exists in every material in the universe
Παραδείγματα
All objects, whether solid, liquid, or gas, are made of matter.
Όλα τα αντικείμενα, είτε είναι στερεά, υγρά ή αέρια, αποτελούνται από ύλη.
03
θέμα, υπόθεση
a situation, event, or subject under consideration
Παραδείγματα
The matter will be reviewed by the board tomorrow.
Το θέμα θα εξεταστεί από το διοικητικό συμβούλιο αύριο.
04
πρόβλημα, θέμα
a difficulty or issue requiring attention
Παραδείγματα
We have a matter to fix before the launch goes live.
Έχουμε ένα θέμα να διορθώσουμε πριν ξεκινήσει η εκτόξευση ζωντανά.
05
ύλη, περιεχόμενο
written content, especially the text of books, magazines, or similar publications
Παραδείγματα
The editor asked for more background matter in the first chapter.
Ο συντάκτης ζήτησε περισσότερο υλικό υποβάθρου στο πρώτο κεφάλαιο.
to matter
01
έχω σημασία, επηρεάζω
to be important or have a great effect on someone or something
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
matter
γ΄ ενικό πρόσωπο
matters
ενεστώτα μετοχή
mattering
απλός αόριστος
mattered
παθητική μετοχή
mattered
Παραδείγματα
It doesn't matter what time you arrive; the event will still start at 7 PM.
Δεν έχει σημασία τι ώρα θα φτάσεις· η εκδήλωση θα ξεκινήσει στις 7 μ.μ.
02
έχω σημασία, μετράω
(of a person) to possess importance or influence
Παραδείγματα
He finally felt like he mattered at work.
Τελικά αισθάνθηκε ότι έχει σημασία στη δουλειά.
03
πυοφορώ, εκκρίνω πύον
(of a wound) to discharge pus
Παραδείγματα
The cut began to matter after a few days.
Η τομή άρχισε να πυονεί μετά από λίγες μέρες.
Λεξικό Δέντρο
antimatter
matter



























