Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assent
01
συμφωνώ, επιδοκιμάζω
to agree to something, such as a suggestion, request, etc.
Intransitive: to assent to a suggestion or request
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
assent
γ΄ ενικό πρόσωπο
assents
ενεστώτα μετοχή
assenting
απλός αόριστος
assented
παθητική μετοχή
assented
Παραδείγματα
The board of directors assented to the budget adjustments.
Το διοικητικό συμβούλιο συμφώνησε με τις προσαρμογές του προϋπολογισμού.
Assent
01
συναίνεση, έγκριση
an expression of agreement with something, often used to indicate endorsement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The treaty was signed with the assent of both nations.
Η συνθήκη υπογράφηκε με τη συγκατάθεση και των δύο εθνών.
Λεξικό Δέντρο
assenter
assenting
assent



























