Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mastered
01
κατακτημένος, πλήρως αποκτημένος
having complete control, skill, or understanding of something through practice or learning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mastered
συγκριτικός βαθμός
more mastered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of study, her mastered knowledge of astronomy was evident.
Μετά από χρόνια μελέτης, η κατακτημένη γνώση της αστρονομίας της ήταν εμφανής.
Λεξικό Δέντρο
mastered
master



























