Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mastered
01
κατακτημένος, πλήρως αποκτημένος
having complete control, skill, or understanding of something through practice or learning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mastered
συγκριτικός βαθμός
more mastered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His mastered ability to play the piano left everyone in awe.
Η κατακτημένη του ικανότητα να παίζει πιάνο άφησε όλους έκπληκτους.
Λεξικό Δέντρο
mastered
master



























