mastered
mas
ˈmɑ:s
maas
tered
təd
tēd
mastedmannered

Ορισμός και σημασία του "mastered"στα αγγλικά

01

κατακτημένος, πλήρως αποκτημένος

having complete control, skill, or understanding of something through practice or learning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mastered
συγκριτικός βαθμός
more mastered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His mastered ability to play the piano left everyone in awe. 

Η κατακτημένη του ικανότητα να παίζει πιάνο άφησε όλους έκπληκτους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store