Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masterpiece
01
αριστούργημα, κύριο έργο
a piece of art created with great skill, which is an artist's best work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masterpieces
Παραδείγματα
The gallery 's centerpiece was a masterpiece that captured the essence of human emotion.
Το κεντρικό έκθεμα της γκαλερί ήταν ένα αριστούργημα που απέδιδε την ουσία του ανθρώπινου συναισθήματος.
02
αριστούργημα, αριστουργηματικό έργο
a remarkable achievement in any field
Παραδείγματα
The invention is considered a masterpiece of engineering.
Η εφεύρεση θεωρείται αριστούργημα της μηχανικής.



























