masterpiece
mas
mæs
μαισ
ter
tər
ταρ
piece
pi:s
πησ
/mˈɑːstəpˌiːs/

Ορισμός και σημασία του "masterpiece"στα αγγλικά

01

αριστούργημα, κύριο έργο

a piece of art created with great skill, which is an artist's best work
masterpiece definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masterpieces
Παραδείγματα
The gallery 's centerpiece was a masterpiece that captured the essence of human emotion.
Το κεντρικό έκθεμα της γκαλερί ήταν ένα αριστούργημα που απέδιδε την ουσία του ανθρώπινου συναισθήματος.
02

αριστούργημα, αριστουργηματικό έργο

a remarkable achievement in any field
Παραδείγματα
The invention is considered a masterpiece of engineering.
Η εφεύρεση θεωρείται αριστούργημα της μηχανικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store