Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masterstroke
01
αριστοτεχνική κίνηση, ιδιοφυής πράξη
a clever action that results in success
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
masterstrokes
LanGeek



























