masterstroke
mas
ˈmɑ:s
μασ
ter
τα
stroke
strəʊk
στρεουκ

Ορισμός και σημασία του "masterstroke"στα αγγλικά

01

αριστοτεχνική κίνηση, ιδιοφυής πράξη

a clever action that results in success 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
masterstrokes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store