Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manner
Παραδείγματα
They entered the room in a quiet manner.
Μπήκαν στο δωμάτιο με ήσυχο τρόπο.
02
τρόπος, συμπεριφορά
the way a person acts or behaves toward others
Παραδείγματα
He apologized in a sincere manner after realizing his mistake.
Ζήτησε συγγνώμη με έναν ειλικρινή τρόπο αφού συνειδητοποίησε το λάθος του.
03
τρόπος, είδος
a kind
Λεξικό Δέντρο
mannerism
manner
man



























