manner
Pronunciation
/ˈmænɝ/

Ορισμός και σημασία του "manner"στα αγγλικά

01

τρόπος, τρόπος

the way in which something is done or takes place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manners
Παραδείγματα
They entered the room in a quiet manner.
Μπήκαν στο δωμάτιο με ήσυχο τρόπο.
02

τρόπος, συμπεριφορά

the way a person acts or behaves toward others
Παραδείγματα
He apologized in a sincere manner after realizing his mistake.
Ζήτησε συγγνώμη με έναν ειλικρινή τρόπο αφού συνειδητοποίησε το λάθος του.
03

τρόπος, είδος

a kind
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store