Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ass
01
κώλος, πισινός
the fleshy part of the body that one sits on
Dialect
American
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asses
Παραδείγματα
He slipped on the ice and landed right on his ass.
Γλίστρησε στον πάγο και προσγειώθηκε ακριβώς στον κώλο του.
02
ηλίθιος, βλάκας
a foolish person
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
He strutted around the office like a complete ass after getting that tiny promotion.
Περπατούσε με αλαζονεία στο γραφείο σαν ένας ολοκληρωμένος ηλίθιος αφού πήρε αυτή τη μικρή προαγωγή.
03
γάιδαρος, ονάρι
hardy and sure-footed animal smaller and with longer ears than the horse
04
κώλος, πισινός
slang for sexual intercourse
05
ελαστικό, ελαστική ένθεση
made with strands or inserts of elastic



























