Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aspire
01
φιλοδοξώ, λαχταρώ
to desire to have or become something
Transitive: to aspire to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
aspire
γ΄ ενικό πρόσωπο
aspires
ενεστώτα μετοχή
aspiring
απλός αόριστος
aspired
παθητική μετοχή
aspired
Παραδείγματα
She aspires to become a renowned scientist and make significant discoveries.
Επιθυμεί να γίνει μια διακεκριμένη επιστήμονας και να κάνει σημαντικές ανακαλύψεις.
Λεξικό Δέντρο
aspirant
aspirate
aspirer
aspire



























