Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aspire
01
φιλοδοξώ, λαχταρώ
to desire to have or become something
Transitive: to aspire to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
aspire
γ΄ ενικό πρόσωπο
aspires
ενεστώτα μετοχή
aspiring
απλός αόριστος
aspired
παθητική μετοχή
aspired
Παραδείγματα
Living in a small town, he always aspired to travel the world and experience different cultures firsthand.
Ζώντας σε μια μικρή πόλη, πάντα επιθυμούσε να ταξιδέψει τον κόσμο και να βιώσει διαφορετικούς πολιτισμούς από πρώτο χέρι.
Λεξικό Δέντρο
aspirant
aspirate
aspirer
aspire



























