Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manic
01
μανιακός, φρενήρης
experiencing a state of extreme excitement, energy, or activity, often characterized by uncontrollable or frenzied behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most manic
συγκριτικός βαθμός
more manic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
During the concert, the crowd became manic, dancing and cheering wildly as their favorite band performed.
Κατά τη διάρκεια της συναυλίας, το πλήθος έγινε μανιακό, χορεύοντας και ζητωκραυγάζοντας άγρια καθώς η αγαπημένη τους μπάντα έπαιζε.
02
μανιακός, φρενήρης
overexcited, hyper, or frantically energetic, often in a chaotic or unhinged way
slang
Παραδείγματα
Mentally exhausted but still manic, I organized my closet at midnight.
Διανοητικά εξαντλημένος αλλά ακόμα μανιακός, οργάνωσα την ντουλάπα μου τα μεσάνυχτα.
Λεξικό Δέντρο
manic
man



























