man-made
man
mæn
mān
made
meɪd
meid
handmade

Ορισμός και σημασία του "man-made"στα αγγλικά

01

τεχνητός, δημιουργημένος από τον άνθρωπο

created by humans rather than occurring naturally in the environment 
man-made definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lake is man-made, not natural. 

Η λίμνη είναι τεχνητή, όχι φυσική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store