Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Man-eater
01
ανθρωποφάγος, κανίβαλος
a person who eats human flesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
man-eaters
02
ανδροφάγος, κυνηγός ανδρών
a woman who aggressively pursues, uses, or exploits men sexually or emotionally
slang
Παραδείγματα
The man-eater dumped him after he ran out of money.
Η ανθρωποφάγος τον παράτησε αφού ξόδεψε όλα του τα χρήματα.



























