Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to asphyxiate
01
ασφυκτιώ, πνίγομαι
to die as a result of being unable to breathe, due to a lack of air or oxygen
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
asphyxiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
asphyxiates
ενεστώτα μετοχή
asphyxiating
απλός αόριστος
asphyxiated
παθητική μετοχή
asphyxiated
Παραδείγματα
She almost asphyxiated from the fumes in the room before help arrived.
Σχεδόν ασφυξίαστη από τις αναθυμιάσεις στο δωμάτιο πριν φτάσει βοήθεια.
02
ασφυκτιώ, πνίγω
to cause someone to stop breathing by depriving them of oxygen
Transitive: to asphyxiate sb
Παραδείγματα
The toxic fumes from the fire are asphyxiating the residents.
Τα τοξικά αέρια από τη φωτιά πνίγουν τους κατοίκους.
Λεξικό Δέντρο
asphyxiated
asphyxiating
asphyxiation
asphyxiate
asphyxi



























