Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asperity
01
αγριότητα, σκληρότητα
something difficult, harsh, or unpleasant to endure
Παραδείγματα
Travelers complained about the asperities of the long, rugged journey.
Οι ταξιδιώτες παραπονέθηκαν για τις δυσκολίες του μακρού και δύσκολου ταξιδιού.
02
τραχύτητα, αγριότητα
harshness or sharpness of tone, manner, or temper
Παραδείγματα
Despite her usual calm, there was asperity in her reply.
Παρά τη συνήθη ηρεμία της, υπήρχε αγριότητα στην απάντησή της.
Λεξικό Δέντρο
asperity
asper



























