Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asperity
01
αγριότητα, σκληρότητα
something difficult, harsh, or unpleasant to endure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asperities
Παραδείγματα
The asperities of life in the desert tested their endurance.
Οι δυσκολίες της ζωής στην έρημο δοκίμασαν την αντοχή τους.
02
τραχύτητα, αγριότητα
harshness or sharpness of tone, manner, or temper
Παραδείγματα
She answered with unexpected asperity after being interrupted.
Απάντησε με απροσδόκητη αγριότητα αφού της διακόπηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
asperity
asper



























