Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maliciously
01
κακόβουλα, με κακία
in a manner characterized by a desire to cause harm or distress
Παραδείγματα
The cat was not just scared; it had been maliciously mistreated.
Η γάτα δεν ήταν απλά φοβισμένη· είχε κακόβουλα κακοποιηθεί.
Λεξικό Δέντρο
maliciously
malicious
malice



























