Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maliciously
01
κακόβουλα, με κακία
in a manner characterized by a desire to cause harm or distress
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She maliciously tripped the child and then pretended it was an accident.
Εκείνη κακόβουλα έκανε το παιδί να σκοντάψει και μετά προσποιήθηκε ότι ήταν ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
maliciously
malicious
malice



























