Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malicious
01
κακόβουλος, επιβλαβής
intending to cause harm or distress to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malicious
συγκριτικός βαθμός
more malicious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His malicious prank caused damage to property and upset many people.
Το κακόβουλο φάρσο του προκάλεσε ζημιές σε περιουσία και αναστάτωσε πολλούς ανθρώπους.
02
κακόβουλος
(of software or a code) intentionally designed to harm, damage, or disrupt computer systems, networks, or data
Παραδείγματα
The antivirus software detected a malicious virus in the system.
Το λογισμικό antivirus εντοπίστηκε ένα κακόβουλο ιό στο σύστημα.
Λεξικό Δέντρο
maliciously
maliciousness
unmalicious
malicious
malice



























