maidenhood
mai
ˈmeɪ
μει
den
dən
νταν
hood
ˌhʊd
χουντ
maidhood

Ορισμός και σημασία του "maidenhood"στα αγγλικά

01

παρθενία, ζωή πριν από το γάμο

the period of a woman's life before she is married 
maidenhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
θηλυκό ενικό
maidenhood
neutral form
unmarried state
Παραδείγματα
During her maidenhood, she focused on her education and career aspirations. 

Κατά τη διάρκεια της παρθενίας της, επικεντρώθηκε στην εκπαίδευση και τις επαγγελματικές της φιλοδοξίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

maidenhood
maiden
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store