maidenhood
Pronunciation
/mˈeɪdənhˌʊd/

Ορισμός και σημασία του "maidenhood"στα αγγλικά

01

παρθενία, ζωή πριν από το γάμο

the period of a woman's life before she is married
maidenhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The poem celebrates the beauty and innocence of maidenhood, portraying it as a time of purity and potential.
Το ποίημα γιορτάζει την ομορφιά και την αθωότητα της παρθενικής ηλικίας, απεικονίζοντάς την ως μια περίοδο αγνότητας και δυναμικότητας.

Λεξικό Δέντρο

maidenhood
maiden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store