magistrate
ma
ˈmæ
gist
ʤɪst
jist
rate
reɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "magistrate"στα αγγλικά

01

δικαστής, μαγιστράτος

a person who acts as a judge in a law court and deals with minor offenses 
magistrate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
magistrates
Παραδείγματα
The magistrate presided over the small claims court, resolving disputes between individuals. 

Ο δικαστής προέδρευσε στο δικαστήριο μικρών αξιώσεων, επιλύοντας διαφορές μεταξύ ατόμων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store