Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Macho
01
μάτσο, ματσό
a man who exhibits exaggerated masculinity or displays machismo
Παραδείγματα
The character is a macho with little emotional depth.
Ο χαρακτήρας είναι ένας μάτσο με λίγο συναισθηματικό βάθος.
macho
01
μάτσο, αρρενωπός
strongly masculine, often in appearance or manner
Παραδείγματα
She mocked his macho posturing.
Περιέγεγε τη μάτσο στάση του.



























