macho
Pronunciation
/ˈmɑtʃoʊ/

Ορισμός και σημασία του "macho"στα αγγλικά

01

μάτσο, ματσό

a man who exhibits exaggerated masculinity or displays machismo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
machos
Παραδείγματα
The character is a macho with little emotional depth.
Ο χαρακτήρας είναι ένας μάτσο με λίγο συναισθηματικό βάθος.
01

μάτσο, αρρενωπός

strongly masculine, often in appearance or manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most macho
συγκριτικός βαθμός
more macho
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She mocked his macho posturing.
Περιέγεγε τη μάτσο στάση του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store