lusterless
lus
ˈlʌs
λασ
ter
tər
ταρ
less
ləs
λασ
/lˈʌstələs/
lustreless

Ορισμός και σημασία του "lusterless"στα αγγλικά

lusterless
01

θαμπός, χωρίς λάμψη

appearing dull without any reflective quality
Παραδείγματα
The lusterless gemstone lacked the sparkle and shine of a high-quality jewel.
Ο αποχρωματισμένος πολύτιμος λίθος δεν είχε τη λάμψη και τη γυαλάδα ενός υψηλής ποιότητας κοσμήματος.
02

θαμπός, χωρίς λάμψη

lacking excitement, energy, or interest
Παραδείγματα
His performance was lustreless, lacking the energy and passion expected from a lead actor.
Η απόδοσή του ήταν άχρωμη, χωρίς την ενέργεια και το πάθος που αναμένεται από έναν πρωταγωνιστή.

Λεξικό Δέντρο

lusterlessness
lusterless
luster
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store