to lure
lure
ljʊə
lyue
lucreloure

Ορισμός και σημασία του "lure"στα αγγλικά

to lure
01

δελεάζω, παρασύρω

to trick someone into doing something by offering them a reward or something interesting 
Complex Transitive: to lure sb into sth
Ditransitive: to lure sb to do sth
to lure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lure
γ΄ ενικό πρόσωπο
lures
ενεστώτα μετοχή
luring
απλός αόριστος
lured
παθητική μετοχή
lured
Παραδείγματα
The colorful advertisements were strategically placed to lure shoppers into the store. 

Οι πολύχρωμες διαφημίσεις τοποθετήθηκαν στρατηγικά για να δελεάσουν τους πελάτες στο κατάστημα.

01

προσόν, δελεασμός

a feature, quality, or appeal that attracts by seeming to promise reward or benefit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lures
Παραδείγματα
The lure of fame drew many young actors to the city. 

Η αίγλη της φήμης τράβηξε πολλούς νέους ηθοποιούς στην πόλη.

02

δέλεαρ, παγίδα

an object or bait used to attract fish or other animals into a trap or within range 
Παραδείγματα
The fisherman tied a bright lure to the hook. 

Ο ψαράς δέσε ένα λαμπερό δελεαστήριο στο άγκιστρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store