Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lure
01
δελεάζω, παρασύρω
to trick someone into doing something by offering them a reward or something interesting
Complex Transitive: to lure sb into sth
Ditransitive: to lure sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lure
γ΄ ενικό πρόσωπο
lures
ενεστώτα μετοχή
luring
απλός αόριστος
lured
παθητική μετοχή
lured
Παραδείγματα
The kidnapper lured the child into their car by promising them candy and toys.
Ο απαγωγέας δελεάσει το παιδί στο αυτοκίνητό του υποσχόμενος γλυκά και παιχνίδια.
Lure
01
προσόν, δελεασμός
a feature, quality, or appeal that attracts by seeming to promise reward or benefit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lures
Παραδείγματα
Many students fall for the lure of shortcuts in exams.
Πολλοί μαθητές πέφτουν στην προσβολή των συντομεύσεων στις εξετάσεις.
02
δέλεαρ, παγίδα
an object or bait used to attract fish or other animals into a trap or within range
Παραδείγματα
The trap was baited with a lure to catch raccoons.
Η παγίδα ήταν δελεασμένη με ένα δελεαστήριο για να πιάσει ρακούν.



























