lunkhead
lunk
ˈlʌnk
lank
head
hɛd
hed
lunk

Ορισμός και σημασία του "lunkhead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or dull-witted person 
Dialectamerican flagAmerican
lunkhead definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lunkheads
Παραδείγματα
What lunkhead designed this impossible-to-open packaging? 

Ποιος βλάκας σχεδίασε αυτήν την αδύνατη να ανοίξει συσκευασία;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store