lunkhead
lunk
ˈlʌnk
lank
head
hɛd
hed
/lˈʌŋkhɛd/
lunk

Ορισμός και σημασία του "lunkhead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or dull-witted person
Dialectamerican flagAmerican
lunkhead definition and meaning
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunkheads
Παραδείγματα
The gym lunkhead kept dropping weights and grunting loudly.
Ο βλάκας στο γυμναστήριο συνέχιζε να ρίχνει τα βάρη και να γρυλίζει δυνατά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store