Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lull
01
παύση, ηρεμία
a pause during which things are calm or activities are diminished
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lulls
02
ηρεμία, περίοδος ήρεμου καιρού
a period of calm weather
to lull
01
εξαπατώ, καθησυχάζω
calm by deception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lull
γ΄ ενικό πρόσωπο
lulls
ενεστώτα μετοχή
lulling
απλός αόριστος
lulled
παθητική μετοχή
lulled
02
ηρεμώ, κατευνάζω
to become quieter or less intense, often temporarily
Intransitive
Παραδείγματα
The excitement has lulled since the event ended.
Ο ενθουσιασμός έχει ηρεμήσει από τότε που τελείωσε η εκδήλωση.
03
ναναρίζω, ηρεμώ
to help someone feel relaxed and calm or to help them fall asleep
Παραδείγματα
He tried to lull the anxious crowd with a calm and reassuring speech.
Προσπάθησε να καταπραΰνει το ανήσυχο πλήθος με μια ήρεμη και καθησυχαστική ομιλία.



























