ludicrous
lu
ˈlu:
loo
dic
dɪk
dik
rous
rəs
rēs

Ορισμός και σημασία του "ludicrous"στα αγγλικά

01

γελοίος, παράλογος

unreasonable or exaggerated to the point of being ridiculous 
ludicrous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ludicrous
συγκριτικός βαθμός
more ludicrous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The idea of a flying pig delivering mail seemed ludicrous to the townsfolk. 

Η ιδέα ενός ιπτάμενου γουρουνιού που παραδίδει ταχυδρομικά φαινόταν γελοία στους κατοίκους της πόλης.

Λεξικό Δέντρο

ludicrously
ludicrous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store