lucid
lu
ˈlu:
loo
cid
sɪd
sid
lurid

Ορισμός και σημασία του "lucid"στα αγγλικά

01

σαφής, κατανοητός

(of language) very clear and easy to understand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lucid
συγκριτικός βαθμός
more lucid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The author's writing style is known for its lucid descriptions and straightforward explanations. 

Το στυλ γραφής του συγγραφέα είναι γνωστό για τις ξεκάθαρες περιγραφές και τις άμεσες εξηγήσεις.

02

διαφανής, καθαρός

allowing light to pass through 
Παραδείγματα
The lucid water allowed us to see all the way to the bottom. 

Το διαυγές νερό μας επέτρεψε να δούμε μέχρι το βυθό.

03

σαφής, ξεκάθαρος

able to think and express oneself in a way that is clear and comprehensible, particularly if one usually does not have this ability 
Παραδείγματα
Despite the late hour, the professor remained lucid and answered all the questions. 

Παρά την ώρα που πέρασε, ο καθηγητής παρέμεινε σαφής και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις.

Λεξικό Δέντρο

lucidly
lucidness
lucid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store