lubricated
lub
ˈlu:b
loob
ri
ri
ca
keɪ
kei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "lubricated"στα αγγλικά

lubricated
01

λιπασμένος, λαδωμένος

smeared with oil or grease to reduce friction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lubricated
συγκριτικός βαθμός
more lubricated
διαβαθμίσιμο
02

λιπασμένος, ζαβωμένος

slightly drunk; loosened up by alcohol 
αργκό
Παραδείγματα
We were feeling lubricated after a few glasses of wine. 

Νιώθαμε λιπασμένοι μετά από μερικά ποτήρια κρασί.

Λεξικό Δέντρο

unlubricated
lubricated
lubricate
lubric
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store