Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lubricated
01
λιπασμένος, λαδωμένος
smeared with oil or grease to reduce friction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lubricated
συγκριτικός βαθμός
more lubricated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mechanics, materials, maintenance
02
λιπασμένος, ζαβωμένος
slightly drunk; loosened up by alcohol
αργκό
Παραδείγματα
We were feeling lubricated after a few glasses of wine.
Νιώθαμε λιπασμένοι μετά από μερικά ποτήρια κρασί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unlubricated
lubricated
lubricate
lubric



























