lubricated
Pronunciation
/ˈɫubɹəˌkeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "lubricated"στα αγγλικά

lubricated
01

λιπασμένος, λαδωμένος

smeared with oil or grease to reduce friction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lubricated
συγκριτικός βαθμός
more lubricated
διαβαθμίσιμο
02

λιπασμένος, ζαβωμένος

slightly drunk; loosened up by alcohol
slang
Παραδείγματα
She 's funnier when she 's a little lubricated.
Είναι πιο αστεία όταν είναι λίγο λιπασμένη.

Λεξικό Δέντρο

unlubricated
lubricated
lubricate
lubric
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store