low-spirited
low
ləʊ
lew
spi
spɪ
spi
ri
rɪ
ri
ted
tɪd
tid
dispirited

Ορισμός και σημασία του "low-spirited"στα αγγλικά

low-spirited
01

χαμηλής ψυχολογίας, θλιμμένος

experiencing a state of sadness or lack of enthusiasm 
low-spirited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-spirited
συγκριτικός βαθμός
more low-spirited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, mood, psychology
Παραδείγματα
She was low-spirited after the disappointing news about her application. 

Ήταν αποθαρρυμένη μετά την απογοητευτική είδηση για την αίτησή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store