loving
lo
ˈlʌ
la
ving
vɪng
ving
living

Ορισμός και σημασία του "loving"στα αγγλικά

01

αγαπητικός, στοργικός

expressing deep affection, care, and compassion toward others 
loving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loving
συγκριτικός βαθμός
more loving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's loving, always showing kindness and warmth to those around her. 

Είναι στοργική, δείχνοντας πάντα καλοσύνη και ζεστασιά σε όσους την περιβάλλουν.

Λεξικό Δέντρο

lovingly
lovingness
unloving
loving
love
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store