Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loving
01
αγαπητικός, στοργικός
expressing deep affection, care, and compassion toward others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loving
συγκριτικός βαθμός
more loving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's loving, always showing kindness and warmth to those around her.
Είναι στοργική, δείχνοντας πάντα καλοσύνη και ζεστασιά σε όσους την περιβάλλουν.
Λεξικό Δέντρο
lovingly
lovingness
unloving
loving
love



























