loved one
loved
lʌvd
lavd
one
wʌn
van

Ορισμός και σημασία του "loved one"στα αγγλικά

01

αγαπημένος, κοντινός

a person who one cares deeply about, such as a family member, close friend, or significant other 
loved one definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loved ones
Παραδείγματα
She spent the holidays with her loved ones. 

Πέρασε τις διακοπές της με τους αγαπημένους της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store