Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
The Lord
01
Κύριος, Θεός
God, particularly in Christian, Jewish, and Islamic traditions, signifying authority and divine power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
Παραδείγματα
The hymn praised the Lord for His guidance and blessings throughout life.
Ο ύμνος δοξολόγησε τον Κύριο για την καθοδήγηση και τις ευλογίες Του στη ζωή.
Παραδείγματα
The lord of the manor welcomed guests to his estate for the annual harvest festival.
Ο άρχοντας της έπαυλης υποδέχτηκε τους επισκέπτες στην έπαυλή του για το ετήσιο φεστιβάλ συγκομιδής.
03
κύριος, άρχοντας
a person who holds authority or power over others
Παραδείγματα
The landowners acted as lords over the workers.
Οι γαιοκτήμονες ενεργούσαν ως άρχοντες πάνω στους εργάτες.
to lord
01
απονέμω τον τίτλο του λόρδου, αναγορεύω σε λόρδο
to grant someone the rank or title of lord
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lord
γ΄ ενικό πρόσωπο
lords
ενεστώτα μετοχή
lording
απλός αόριστος
lorded
παθητική μετοχή
lorded
Παραδείγματα
The king decided to lord the commander for his service.
Ο βασιλιάς αποφάσισε να απονείμει τον τίτλο του λόρδου στον διοικητή για την υπηρεσία του.
lord
01
Κύριε, Θεέ μου
used to express surprise, astonishment, or disbelief in reaction to unexpected events
Παραδείγματα
Lord, that was a frightening experience.
Κύριε, αυτή ήταν μια τρομακτική εμπειρία.
Λεξικό Δέντρο
lordless
lordly
lordship
lord



























