Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lope
01
μια ομαλή τρίχρονη βάση· μεταξύ τροχασμού και καλπασμού, ένα μακρύ και τακτικό βήμα
a smooth three-beat gait; between a trot and a gallop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lopes
02
τρόχαλος, αργός ρυθμός
a slow pace of running
to lope
01
καλπάζω, πηδώ
to bound or run with long, easy strides, often seen in animals such as horses, wolves, or gazelles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lope
γ΄ ενικό πρόσωπο
lopes
ενεστώτα μετοχή
loping
απλός αόριστος
loped
παθητική μετοχή
loped



























