lope
Pronunciation
/ˈɫoʊp/

Ορισμός και σημασία του "lope"στα αγγλικά

01

μια ομαλή τρίχρονη βάση· μεταξύ τροχασμού και καλπασμού, ένα μακρύ και τακτικό βήμα

a smooth three-beat gait; between a trot and a gallop
lope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lopes
02

τρόχαλος, αργός ρυθμός

a slow pace of running
to lope
01

καλπάζω, πηδώ

to bound or run with long, easy strides, often seen in animals such as horses, wolves, or gazelles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lope
γ΄ ενικό πρόσωπο
lopes
ενεστώτα μετοχή
loping
απλός αόριστος
loped
παθητική μετοχή
loped

Λεξικό Δέντρο

antilope
lope
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store