Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lop-eared
01
με κρεμαστά αυτιά, που έχει πλατιά και κρεμαστά αυτιά
(of animals) having ears that hang by the sides of the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lop-eared
συγκριτικός βαθμός
more lop-eared
διαβαθμίσιμο



























