lop-eared
Pronunciation
/lˈɑːpˈɪɹd/

Ορισμός και σημασία του "lop-eared"στα αγγλικά

01

με κρεμαστά αυτιά, που έχει πλατιά και κρεμαστά αυτιά

(of animals) having ears that hang by the sides of the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lop-eared
συγκριτικός βαθμός
more lop-eared
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store