lop-eared
lop
lɒp
lop
eared
iəd
iēd
leopard

Ορισμός και σημασία του "lop-eared"στα αγγλικά

01

με κρεμαστά αυτιά, που έχει πλατιά και κρεμαστά αυτιά

(of animals) having ears that hang by the sides of the head 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lop-eared
συγκριτικός βαθμός
more lop-eared
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
animals, anatomy, appearance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store