longtime
Pronunciation
/ˈlɑŋˌtaɪm/
long-time

Ορισμός και σημασία του "longtime"στα αγγλικά

01

μακροχρόνιος, παλιός

(of a thing) having existed or been in use for a significant period of time
longtime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their longtime partnership in business has been highly successful.
Η μακροχρόνια συνεργασία τους στην επιχείρηση ήταν πολύ επιτυχημένη.
02

μακροχρόνιος, πρώην

referring to a person who has held a role, position, or relationship for an extended period of time
Παραδείγματα
He finally retired alongside his longtime colleague after decades of working together.
Τελικά συνταξιοδοτήθηκε δίπλα στον μακροχρόνιο συνάδελφό του μετά από δεκαετίες συνεργασίας.

Λεξικό Δέντρο

longtime

long

+

time

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store