longshoreman
Pronunciation
/lˈɑːŋʃoːɹmən/

Ορισμός και σημασία του "longshoreman"στα αγγλικά

01

λιμενεργάτης, φορτωτής

a person who manages the loading and unloading of the ships at a seaport
longshoreman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
longshoremen
Παραδείγματα
Longshoremen face occupational hazards such as heavy lifting, exposure to harsh weather conditions, and potential accidents while working on the docks.
Οι λιμενεργάτες αντιμετωπίζουν επαγγελματικούς κινδύνους, όπως την ανύψωση βαρέων φορτίων, την έκθεση σε σκληρές καιρικές συνθήκες και πιθανά ατυχήματα ενώ εργάζονται στις αποβάθρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store