longing
lon
ˈlɒn
lon
ging
gɪng
ging
logginglodging

Ορισμός και σημασία του "longing"στα αγγλικά

01

λαχτάρα, πόθος

a strong, persistent desire for someone or something, often accompanied by a sense of sadness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
longings
Παραδείγματα
She felt a deep longing for her hometown, missing the familiar sights and sounds. 

Ένιωθε μια βαθιά λαχτάρα για την πατρίδα της, νοσταλγώντας τα γνώριμα τοπία και ήχους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

longingly
longing
long
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store