longevity
lon
lɒn
lon
ge
ˈʤɛ
je
vi
vi
ty
ti
ti
brevity

Ορισμός και σημασία του "longevity"στα αγγλικά

01

μακροζωία, μεγάλη διάρκεια ζωής

the long lifespan of an individual 
longevity definition and meaning
02

μακροζωία, διάρκεια υπηρεσίας

duration of service 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
longevities
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store