loner
lo
ˈləʊ
lew
ner
lowerloverlinerloser

Ορισμός και σημασία του "loner"στα αγγλικά

01

μοναχικός, απομονωμένος

a person who actively avoids having any interaction with others 
loner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loners
Παραδείγματα
He was a loner in school, always sitting by himself during lunch. 

Ήταν ένας μοναχικός στο σχολείο, πάντα καθόταν μόνος του κατά τη διάρκεια του γεύματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store