Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to loll
01
τεμπελιάζω, χαλαρώνω τεμπέλικα
to relax lazily
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
loll
γ΄ ενικό πρόσωπο
lolls
ενεστώτα μετοχή
lolling
απλός αόριστος
lolled
παθητική μετοχή
lolled
Παραδείγματα
She lolls in the hammock, enjoying the gentle sway.
Αυτή χαλαρώνει στην αιώρα, απολαμβάνοντας την απαλή ταλάντευση.
02
κρέμομαι, ταλαντεύομαι
to hang or dangle in a relaxed, limp way
Intransitive
Παραδείγματα
His hand lolled at his side as he stood in a relaxed posture.
Το χέρι του κρεμόταν χαλαρά στο πλάι του καθώς στεκόταν σε μια χαλαρή στάση.



























