to loll
loll
lɒl
lol
caulmollpallfall

Ορισμός και σημασία του "loll"στα αγγλικά

to loll
01

τεμπελιάζω, χαλαρώνω τεμπέλικα

to relax lazily 
Intransitive
to loll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
loll
γ΄ ενικό πρόσωπο
lolls
ενεστώτα μετοχή
lolling
απλός αόριστος
lolled
παθητική μετοχή
lolled
Παραδείγματα
After a busy week, they loll on the sofa and watch TV. 

Μετά από μια απασχολημένη εβδομάδα, ξαπλώνουν στον καναπέ και βλέπουν τηλεόραση.

02

κρέμομαι, ταλαντεύομαι

to hang or dangle in a relaxed, limp way 
Intransitive
Παραδείγματα
His arm lolled over the side of the chair as he dozed off. 

Το χέρι του κρεμόταν χαλαρά από την πλευρά της καρέκλας καθώς αποκοιμήθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store