locomotive
locomotive
ləʊkəməʊtɪv
lewkēmewtiv
automotivemotive

Ορισμός και σημασία του "locomotive"στα αγγλικά

01

ατμομηχανή, μηχανή τρένου

a powered railroad vehicle that pulls a train along 
locomotive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
locomotives
locomotive
01

ατμομηχανής, σχετικός με την κίνηση

of or relating to locomotion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store