to locomote
lo
ˈləʊ
λεου
co
κα
mote
məʊt
μεουτ
misquotepromoterefloatoutvote

Ορισμός και σημασία του "locomote"στα αγγλικά

to locomote
01

κινώμαι, ταξιδεύω

to move from one place to another; to travel or transport 
Intransitive
to locomote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
locomote
γ΄ ενικό πρόσωπο
locomotes
ενεστώτα μετοχή
locomoting
απλός αόριστος
locomoted
παθητική μετοχή
locomoted
Παραδείγματα
Birds have remarkable wings that allow them to locomote effortlessly through the sky. 

Τα πουλιά έχουν αξιοθαύμαστα φτερά που τους επιτρέπουν να κινηθούν αβίαστα στον ουρανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

locomotion
locomotive
locomote
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store