Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to locomote
01
κινώμαι, ταξιδεύω
to move from one place to another; to travel or transport
Intransitive
Παραδείγματα
Fish use their fins to locomote underwater.
Τα ψάρια χρησιμοποιούν τα πτερύγια τους για να κινηθούν υποβρύχια.
Λεξικό Δέντρο
locomotion
locomotive
locomote



























