Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to locomote
01
κινώμαι, ταξιδεύω
to move from one place to another; to travel or transport
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
locomote
γ΄ ενικό πρόσωπο
locomotes
ενεστώτα μετοχή
locomoting
απλός αόριστος
locomoted
παθητική μετοχή
locomoted
Παραδείγματα
Birds have remarkable wings that allow them to locomote effortlessly through the sky.
Τα πουλιά έχουν αξιοθαύμαστα φτερά που τους επιτρέπουν να κινηθούν αβίαστα στον ουρανό.
Λεξικό Δέντρο
locomotion
locomotive
locomote



























