to locomote
Pronunciation
/lˌoʊkəmˈoʊt/

Ορισμός και σημασία του "locomote"στα αγγλικά

to locomote
01

κινώμαι, ταξιδεύω

to move from one place to another; to travel or transport
Intransitive
to locomote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
locomote
γ΄ ενικό πρόσωπο
locomotes
ενεστώτα μετοχή
locomoting
απλός αόριστος
locomoted
παθητική μετοχή
locomoted
Παραδείγματα
Fish use their fins to locomote underwater.
Τα ψάρια χρησιμοποιούν τα πτερύγια τους για να κινηθούν υποβρύχια.

Λεξικό Δέντρο

locomotion
locomotive
locomote
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store