Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locum
01
αναπληρωτής, προσωρινός γιατρός
a person, particularly a physician or clergyman, who fulfills the duties of another member of the same profession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
locums
LanGeek



























